δούλος


δούλος
ὁ δούλος раб

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δούλος" в других словарях:

  • δούλος — ο раб, слуга: δούλος Θεού/Κυρίου раб Божий …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • δοῦλος — born bondman masc nom sg δοῦλος born bondman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δούλος — η και α, ο (AM δοῡλος, η, ον) (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) αυτός που στερείται την προσωπική του ελευθερία από αιχμαλωσία, αγορά ή κληρονομιά και αποτελεί ιδιοκτησία άλλου μσν. νεοελλ. 1. υπηρέτης, διάκονος, υποτακτικός 2. «δοῡλος τοῡ θεοῡ»… …   Dictionary of Greek

  • δούλος — ο 1. άνθρωπος που στερείται την ελευθερία του, σκλάβος: Είναι δούλος της γυναίκας του. 2. υπηρέτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δούλος — [дулос] ουσ. а. раб …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δούλω — δοῦλος born bondman masc/neut nom/voc/acc dual δοῦλος born bondman masc/neut gen sg (doric aeolic) δοῦλος born bondman masc nom/voc/acc dual δοῦλος born bondman masc gen sg (doric aeolic) δουλόω enslave pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δουλότερον — δοῦλος born bondman adverbial comp δοῦλος born bondman masc acc comp sg δοῦλος born bondman neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοῦλον — δοῦλος born bondman masc acc sg δοῦλος born bondman neut nom/voc/acc sg δοῦλος born bondman masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δούλων — δοῦλος born bondman fem gen pl δοῦλος born bondman masc/neut gen pl δοῦλος born bondman masc gen pl δουλόω enslave imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) δουλόω enslave imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δούλως — δοῦλος born bondman adverbial δοῦλος born bondman masc acc pl (doric) δοῦλος born bondman masc acc pl (doric) δουλόω enslave imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοῦλε — δοῦλος born bondman masc voc sg δοῦλος born bondman masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)